ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑΚΙ

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ Ἑλένη Ἡ Ἑλένη περπατοῦσε ἀργά στην μεγάλη πλατεία. Παρατηροῦσε τά πάντα γύρω της σά νά τά ἔβλεπε γιά πρώτη φορά. Ἦταν αὐτή μιά ἄσκηση πού ἔκανε μέ τόν ἑαυτό της. Καί ὅσο περισσότερο ἔκανε αὐτή τήν ἄσκηση, τόσο περισσότερο ἐξασκιόταν σε αὐτό. Μποροῦσε νά δεῖ καθαρά μέ τίς ἄκρες τῶν ματιῶν της, χωρίς νά χάνει τόν ἑστιασμό της. Περιφερειακή ὄραση. Ἔφτασε στο σπίτι ἀνανεωμένη καί φρέσκια. Ἄναψε τό φῶς καί κάθισε στόν ὑπολογιστή της. Ἤθελε νά ξανακοιτάξει τούς φακέλους τῶν ἐπισκεπτῶν της. Οἱ δύο τελευταῖοι χρειαζόντουσαν μεγαλύτερη μελέτη. Ἡ Ἑλένη ἦταν πολύ πετυχημένοι ψυχολόγος ἀλλά δεχόταν μόνο μέ ἐπιλογή καί ἡ τιμή τῆς ἐπίσκεψης τσουχτερή γιά τούς πολλούς. Ἀλλά δύο φορές τήν ἑβδομάδα δεχόταν ὅσους μποροῦσε δωρεάν. -Αὐτό εἶναι καί τό μυστικό μου γιά τό πόσο ἀμοίβομαι, αὐτές οἱ δύο ἡμέρες δωρεάν, μοῦ εἶπε χαμογελώντας, ὅταν τήν γνώρισα. Χτύπησε τό τηλέφωνο. Ἡ Ἑλένη σκέφτηκε γιά μιά στιγμή νά μην ἀπαντήσει, ἀλλά ἦταν σάν τό χέρι της νά πῆγε μόνο του. -Ναι; -Γειά σου Ἑλένη, εἶμαι ὁ Κώστας. Τόν Κώστα τόν εἶχε γνωρίσει σε κάποια σεμινάρια Αὐτογνωσίας πρίν πολλά χρόνια. Ἦταν κι αὐτός ψυχολόγος ἀλλά εἶχε ἀφήσει τήν πόλη καί ζοῦσε σε ἕνα χωριό κάνοντας ἀγροτικές ἐργασίες. Καί ἦταν εὐτυχισμένος. Τῆς τά εἶχε πεῖ ὅλα αὐτά πρίν δύο χρόνια. Ἀπό τότε εἶχαν νά μιλήσουν. -Ξέρω, συνέχισε ὁ Κώστας, ἔχουμε καιρό νά τά ποῦμε ἀλλά σε πῆρα γιά μιά περίπτωση. Ἔχει ἔρθει ἐδῶ μιά κοπέλλα πού εἶναι τόσο κολλημένη μέ τήν θρησκεία πού ἔχει χτίσει τοίχους γύρω της. Καί σκέφτηκα ἐσένα. Τῆς εἶπα ὅτι ἔχω μιά φίλη πού κι αὐτή αὐτόν τόν καιρό εἶναι μόνη της. Θέλεις νά τήν ρωτήσω ἄν θέλει νά ἔρθει σε ἐπικοινωνία μαζί σου; Φυσικά δεν τῆς εἶπα πώς εἶσαι ψυχολόγος. Εἶναι ἐναντίον τῶν ψυχολό- γων, γιατί λέει πῶς γίνεται νά εἶναι ψυχολόγοι ἄν δεν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει ψυχή. Ἡ Ἑλένη σκίρτησε. -Πολύ ἐνδιαφέρουσα περίπτωση. Νά τῆς δώσεις τό τηλέφωνό μου. -Ἐντάξει, Ἑλένη. Καί εἶμαι σίγουρος πώς θά τήν βγάλεις ἀπό ἐκεῖ. Ἡ Ἑλένη χαμογέλασε. -Νά εἶσαι σίγουρος! Χάρηκα πού τά εἴπαμε. Δέν εἶχε περάσει μισή ὥρα καί πάλι τό τηλέφωνο. -Ναί; -Ἡ Ἑλένη; Εἶμαι ἡ Σαφύρα. Ὁ Κώστας μοῦ ἔδωσε τό τηλέφωνό σου καί σε πῆρα! Θέλω πολύ νά σε γνωρίσω, ἄν θέλεις κι ἐσύ. Μιά εὐχάριστη φωνή, σκέφτηκε ἡ Ἑλένη. Κάτι στήν δόνηση τῆς φωνῆς αὐτῆς τῆς κοπέλλας τῆς χτύπησε μιά ἐσωτερική χορδή. -Ναι, Ἀθηνᾶ, κι ἐγώ θέλω, ἀπάντησε. -Τότε νά ποῦμε αὔριο τό μεσημέρι νά ἔλθεις στό σπίτι μου νά φᾶμε μαζί; Ἡ Ἑλένη δίστασε μιά στιγμή. Σκέφτηκε τούς φακέλλους. Κοίταξε τήν ὥρα. Εἶχε ἀρκετό χρόνο γιά νά τούς τελειώσει ἀπόψε. -‘Εντάξει, Σαφύρα. Τῆς ἐξήγησε πῶς θά ἔρθει καί δεν εἶπαν τίποτε ἄλλο. Χτύπησε τό κουδούνι κι ὅταν ἡ πόρτα ἄνοιξε εἶδε μιά κοπέλλα ἐντελῶς ἀπεριποίητη, ντυμένη μέ μαύρη μακριά φούστα καί μαύρη μπλούζα. Ἐνῶ τό πρόσωπό της ἦταν νεανικό τά μαλλιά της ἦταν γκρίζα, πιασμένα σέ χαμηλή ἀλογοουρά, δεμένη μέ μαῦρο λαστιχάκι. -Πέρασε, πέρασε, τῆς εἶπε μέ χαρά. Ἀφοῦ ἔφαγαν, ἡ Σαφύρα τῆς ἔδειξε τόν καναπέ. -Κάθισε ἐδῶ, τῆς εἶπε. Ἡ Ἑλένη κοίταξε τό ἄνετο καθιστικό, ὅσο ἡ Σαφύρα ἔφτιαχνε τόν καφέ. Εἰκόνες παντοῦ καί μιά βιβλιοθήκη γεμάτη χριστιανικά βιβλία. -Λοιπόν, πές μου γιά σένα, εἶπε ἡ Ἑλένη, μόλις ἡ Σαφύρα ἔφερε τούς καφέδες καί κάθησε στήν πολυθρόνα ἀπέναντί της. -Νά, πάντα ἀναρωτιόμουν ποιά-τί εἶμαι. Μοῦ εἶχε κάνει πολύ μεγάλη ἐντύπωση ὅταν εἶχα διαβάσει πώς τό πιό σημαντικό ἀπό ὅλα εἶναι νά γνωρίσεις τόν ἑαυτό σου. Πάντα διάβαζα πολύ, κρατοῦσα σημειώσεις, ἔκανα ἀσκήσεις. Μέσα σε αὐτήν τήν ἀναζήτηση πειραματίστηκα μέ πολλά, φιλοσοφίες, τέχνες, ψυχολογία, συγγραφή. Ταυτόχρονα πίστευα ὅτι ἔχω μιά ἀδελφή ψυχήπού δεν τό ἦταν μαζί μου. Πολλές φορές νόμισα ὅτι τήν ἀναγνώρισα, ἀλλά δεν ἦταν αὐτή. Ἔφτασα στά ἄκρα. Μετά ἀπό ἕνα σεμινάριο Αὐτογνωσίας πού εἶχα πάει,ἔκανα ἕνα πείραμα μέ τόν ἑαυτό μου. Σκέφτηκα μιά ἱστορία μιᾶς φιλόσοφου μέ ἕναν ἀστρονόμο. Περπατοῦν στο δάσος καί κοντεύει νά νυχτώσει. Ὁ ἀστρονόμος κοιτάζει τά πρῶτα ἀστέρια καί μέ ἐνθουσιασμό ἀρχίζει νά τά ὀνομάζει. Ἡ φιλόσοφος κοιτάζει νά μην χάσουν τό μονοπάτι κι ἔτσι δεν βλέπει τά ἀστέρια. Ὅταν φτάνουν στόν προορισμό τους, ὁ ἀστρονόμος ἐξαφανίζεται, ἐπιστρέφοντας ἐκεῖ πού ξεκίνησαν. Ἡ φιλόσοφος, πού τώρα γνωρίζει τό μονοπάτι, γιά νά τόν βρεῖ. Ἐπειδή λοιπόν, δεν τόν εἶχα βρεῖ, ἐννοῶ τήν ἀδελφή ψυχή μου, σκέφτηκα νά κάνω κι ἐγώ τό ἴδιο. Τράβηξα μιά νοητή γραμμή στο μέσο τοῦ δωματίου. Ἡ νοητή γραμμή στο μέσο τοῦ δωματίου ἤταν τό σημεῖο τοῦ χωρόχρονου ὅπου πάντοτε θά ἐπέστρεφα. -Ἐδῶ θά καθήσω, εἶπα δυνατά, μέχρι νά ἐμφανιστεῖς. Ἡ Σαφύρα σώπασε καί ἄναψε τσιγάρο. -Μέ συγχωρεῖς, δεν σοῦ προσέφερα, τῆς ἔτεινε τό πακέτο καί τῆς ἄναψε τό τσιγάρο. -Τί ἔγινε μετά; ρώτησε ἡ Ἑλένη. -Μετά ἀπό πολλές περιπέτειες ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες ἄν καί μερικές ἐξαιρετικά ἐπώδυνες, γνώρισα τόν Ἰησοῦ Χριστό. Κι αὐτό ἐνῶ μέχρι τότε ἀσχολιόμουν μέ διαλογισμό καί δημιουργικές τέχνες. Ἡ Ἑλένη ἔνοιωθε τό ἐνδιαφέρον της ὅλο καί νά μεγαλώνει. -Θέλεις νά μοῦ πεῖς πῶς ἔγινε αὐτό; Πῶς πῆγες στόν Ἰησοῦ Χριστό; -Γιατί ὄχι; Θεωρῶ ὅτι εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον. Εἶχα πάρει ἕνα βιβλίο ἑνός μοναχοῦ πού ὅλοι λέγανε ὅτι εἶναι φωτισμένος, γιά νά δῶ πῶς φτάνουν καί οἱ μοναχοί στην φώτιση. Γιατί θεωροῦσα ὅτι ἐγώ εἶχα φτάσει. Καθώς διάβαζα τό βιβλίο μέ πολλή περιέργεια, ἔφτασα σε μιά χειρόγραφη σελίδα πού ἔγραφε, «Ἀπορῶ! Πῶς οἱ ἄνθρωποι δεν βάζουν καί μιά ἄλλη ἐξήγηση στην ἐξήγηση τοῦ μυαλοῦ τους;» Κι ἐκείνη τήν στιγμή αἰσθάνθηκα, σωματικά, ἕνα χαστούκι. -Τοῦ μυαλοῦ τους; σκέφτηκα.Γιατί τό μυαλό τό δικό μου τό εἶχα περί πολλοῦ. Γιά νά μην τά πολυλογῶ ἄρχισα νά διαβάζω τό Εὐαγγέλιο. Καί θεωροῦσα πώς θεϊκός ἔρωτας μέ πλημμύρισε. Καί σάν γυμνή ψυχή πῆγα στην Ἐκκλησία του. Ἐκεῖ μοῦ εἶπαν πῶς νά ντύνομαι, πῶς νά χτενίζομαι, τί πρέπει νά κάνω κάθε μέρα, πότε νά νηστεύω. Καί τά ἔκανα. Καί τώρα εἶμαι ἐδῶ, καί δεν ξέρω τί νά κάνω. Κάνω προσευχή καί δεν αἰσθάνομαι τίποτα. Ἡ Σαφύρα σταμάτησε νά μιλάει καί τήν κοίταξε, σά νά περίμενε βοήθεια. -Χρειάζεται πρῶτα νά ἀγαπήσεις τόν ἑαυτό σου χωρίς ὄρους, χωρίς νά ὀνομάζεις "λάθη", ἀφοῦ πάντοτε ἔκανες αὐτό πού μποροῦσες τήν δεδομένη στιγή, τῆς εἶπε ἡ Ἑλένη ἀπαλά. -Πῶς νά τόν ἀγαπήσω; -Νά πηγαίνεις στόν καθρέφτη, νά χαμογελᾶς, νά λές, "Σε ἀγαπῶ Ἀθηνᾶ μου, ὅ,τι κι ἄν εἶσαι, ὅπως κι ἄν εἶσαι, ὅπως μέ ἀγαπάει καί ὁ Θεός." -Ναι, εἶναι ὄμορφο αὐτό, θά τό κάνω. Πέρασαν δύο χρόνια οἱ δύο γυναῖκες ἔγιναν κολλητές. Ἡ Ἀθηνᾶ εἶχε ἀρχίσει νά ἁλλάζει. Ἔβγαλε τά μαῦρα καί γενικά εἶχε περισσότερη ζωντάνια. "Ὅλα εἶναι Δρόμος", διάβασε καί ἐκεῖ λές καί γύρω της πλάτυνε ὁ χῶρος. Ἐν-θυμήσεις τῶν προηγούμενων ζωῶν, φάσεων, ἐποχῶν τῆς πορείας της τήν πλημμύρισαν. Ἄν ὅλα εἶναι δρόμος τότε αὐτός πού ἀκολουθῶ δέν εἶναι ὁ μόνος, ὅπως νόμιζα!! Ἕνα μεσημέρι Κυριακῆς, πού πάντα ἔτρωγαν μαζί, ἡ Ἑλένη ἀνακοίνωσε στην Ἀθηνᾶ πώς θά ἔφευγε. -Ποῦ θά πᾶς; -Μέ κάλεσαν στις ΗΠΑ, στο Σάν Φραντζίσκο, στο Πανεπιστήμιο, νά κάνω διαλέξεις καί νά διδάσκω. Τό σκέφτηκα πολύ. Εἶναι αὐτό πού πάντοτε ἤθελα. Νά διδάσκω αὐτά πού γνωρίζω. -Γιά πόσο καιρό; ρώτησε ἀσθμαίνοντας ἡ Ἀθηνᾶ, νοιώθοντας ἀπό τώρα τήν ἔλλειψη. -Γιά πάντα. Μά θά ἐπικοινωνοῦμε, εἶπε ἐκείνη χαμογελώντας. Χαμογέλασε καί ἡ Σαφύρα, νοιώθοντας τήν βεβαιότητα τῆς δήλωσης. ΣΑΦΥΡΑ Ὅταν ἔφυγε ἡ Ἑλένη μοῦ στοίχισε πολύ. Νοσταλγοῦσα τίς γεμᾶτες νόημα καί ἀγάπη συζητήσεις μας καί ἀναγνώριζα τό πόσο μέ εἶχε βοηθήσει. Ἐν τῶ μεταξύ ὅσο προχωροῦσε ὁ καιρός τά πράγματα γιά μένα βάραιναν περισσότερο. Μοναξιά, εἶσαι ἡ πιό σκληρή παρέα Κι ὅποιος πεῖ πώς ἡ ζωή εἶναι ὡραία, Δεν θἄχει τύχει νά ζεῖ Μέ σένανε μαζί. Τότε ἀποφάσισα νά δεχτῶ τήν πρόσκληση τῆς Φώφης πού ἔμενε ἐπαρχία, νά μέ φιλοξενεῖ τά Σαββατοκύριακα. Ἀργότερα νοίκιασα κι ἕνα σπίτι πάνω ἀπό τό δικό της. Οἱ ἀτέλειωτες ὧρες τῶν μοναχικῶν περιπάτων στην παραλία καί στόν ἀγροτικό δρόμο, αὐτές μόνο μέ παρηγοροῦσαν. Γιατί ἐνῶ ἔκανα ὅσα «ἔπρεπε», τίποτα μέσα μου δεν σκιρτοῦσε. Τότε σκέφτηκα νά ξαναδιαβάσω ἕνα βιβλίο πού εἶχε τίτλο «Νά Δοῦμε Τόν Θεό Ὅπως Εἶναι…». Μιλοῦσε γιά ἐκεῖνες τίς φορές πού ἡ προσευχή ἀντηχεῖ στό ψυχρό κενό. Καμιά ἀντήχηση. Μόνος στό Χάος. Γύρισα στό σκοτεινό, ψυχρό μου σπίτι. Εἶχα νά πάω ἕξι μῆνες καί ἦταν πιά ἀργά τό Φθινόπωρο. Δέν εὕρισκα ἄκρη καί μέ ἀπειλοῦσε -ἄν δέν μέ εἶχε κυριεύσει- ἡ κατάθλιψη. Πέρασαν ἔτσι σχεδόν τρεῖς μῆνες. Μιά Πέμπτη κάθησα στό χαμηλό σκαμνί ἀπό πρίν τήν αὐγή, συντετριμμένη, μέ τό τρακοσάρι κομποσχοίνι, κάνοντας μέ δάκρυα τήν Εὐχή. Κάποια στιγμή τά δάκρυά μου στέρεψαν, τό στῆθος μου πονοῦσε σάν νά ἦταν ἀνοιχτό καί σάν νά ἔβλεπα τήν καρδιά μου μέ κάποιον τρόπο νά εἶναι ἐκεῖ μπροστά μου, ἀπέναντί μου, ἑνωμένη μέ ἐμένα μέ ἕνα σάν ὀμφάλιο λῶρο, κόκκινη καί παλλόμενη. Σήκωσα τό κεφάλι ἐνῶ αἰσθανόμουν τό χαλάκι κάτω ἀπό τό σκαμνί μου μούσκεμα ἀπό τά δάκρυά μου. Καθώς ἄνοιξα τά ὑγρά μου μάτια Τόν εἶδα! Ἦταν ἐκεῖ μπροστά μου! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός! Ὅπως τόν εἶχα δεῖ σέ μιά μεγάλη ζωγραφιστή εἰκόνα ὅπου εὐλογεῖ μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο ἀκουμπάει τήν καρδιά Του! - Σέ βλέπω ἐπί τέλους, εἶπα μέ δέος χωρίς νά μπορῶ νά σηκωθῶ. Μέ τί μοιάζει τό "καθ' ὁμοίωσιν", ψέλλισα. - Γεῖρε καί κοίταξε μέσα σου, εἶπε. Κοίταξα μέσα μου νά δῶ τό πρόσωπό του καί ἦταν τό δικό μου πρόσωπο, αὐτή ἡ θεϊκή ἀχτίδα, τό «καθ’ὁμοίωσι». Ὁ σκοπός, νά γίνω θεός κατά χάριν. - Ἐγώ Εἶμαι Ἐσύ, εἶπε πάλι Ἐκεῖνος. Ἡ Χριστική σου Ἰδιότητα. Καί ἐξαφανίστηκε. Ἡ Ἀθηνᾶ κοίταξε τό νοητικό της πάζλ. Ἡ εἰκόνα ἦταν ὀλοκληρωμένη, ἐκτός ἀπό τόν κεντρικό κύκλο. Τόν κύκλο τῆς ἀδελφῆς ψυχῆς, τοῦ ἀρσενικοῦ της. Ἄρχισε νά τόν καλεῖ. -Δεν θά ἀργήσει νά ἔρθει, εἶπε στόν ἑαυτό της χαμογελώντας. Καί εἶναι σά νά ἔχει ἔρθει….. Ἡ Ἀθηνᾶ εἶχε μείνει πολύ μόνη μέχρι νά μπορέσει νά κάνει καλή παρέα μέ τόν ἑαυτό της καί νά μήν περιμένει κάποιον ἤ νά ἁλλάξουν οἱ συνθῆκες γιά νά εἶναι σέ χαρούμενη ἱσορροπία! Τά γράμματά της στήν Ἑλένη ἦταν τώρα, θά ἔλεγες, γεμᾶτα χρώματα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΜΑΓΙΚΗ ΑΥΓΗ

ΑΣΚΗΣΗ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ ΕΑΥΤΟΥ